WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in which time,
during which time
expr
(during which period)εκείνο το διάστημα έκφρ
  εκείνη την εποχή έκφρ
  τότε επίρ
 Hugh worked in Tokyo for 10 years, in which time he became fluent in Japanese.
 Ο Χιου εργαζόταν στο Τόκιο για 10 χρόνια και εκείνη την εποχή έμαθε άπταιστα ιαπωνικά.
no way,
no way that,
no way in which
n
(no possible means) (καθομιλουμένη)με τίποτα έκφρ
  (αργκό)με την καμία έκφρ
 There's no way we can get there on time; our car broke down.
 Με τίποτα δε φτάνουμε στην ώρα μας· χάλασε το αμάξι.
the way,
the way that,
the way in which
n
(method of doing [sth])τρόπος ουσ αρσ
 Show me the way you knead dough.
 Δείξε μου τον τρόπο που πλάθεις το ζυμάρι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'in which' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση in which στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «in which».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!